Ο πόλεμος του Τραμπ στο Ιράν. H κοινωνία απέναντι στον πρόεδρό της
Γράφει ο Δημήτρης Σκουτέρης
Την τελευταία ημέρα του Φεβρουαρίου ο Τραμπ διέταξε τα πρώτα
πλήγματα εναντίον του Ιράν. Εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι είχε υποτιμήσει την πολιτική καταιγίδα που θα
ξεσπούσε στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Βασισμένος στην τακτική αιφνιδιασμού που
χαρακτήριζε πάντα την προσέγγισή του, δεν μπήκε καν στον κόπο να προετοιμάσει
την αμερικανική κοινή γνώμη για αυτό που επρόκειτο να συμβεί. Παραβλέποντας
επιδεικτικά την κοινή γνώμη, ο Τραμπ θερίζει
ότι έσπειρε, βρίσκεται τώρα
αντιμέτωπος με κάθε λογής προβλήματα καθώς επιχειρεί να διεξαγάγει αυτόν τον
πόλεμο.
Η πρωτοφανής έλλειψη λαϊκής εντολής
Το πρώτο και πιο ηχηρό μήνυμα από την αμερικανική κοινωνία
είναι ξεκάθαρο: η πλειοψηφία δεν ήθελε και δεν θέλει αυτόν τον πόλεμο.
Τα στοιχεία είναι αμείλικτα. Κανένας πρόεδρος των ΗΠΑ δεν έχει τολμήσει να ξεκινήσει
πόλεμο με λιγότερη δημόσια υποστήριξη από όση έχει ο Τραμπ για τον πόλεμο στο
Ιράν. Ακόμα και η πολυσυζητημένη επέμβαση του Μπαράκ Ομπάμα στη Λιβύη ξεκίνησε
με την υποστήριξη του 60% των Αμερικανών το 2011. Σήμερα, καμία δημοσκόπηση δεν
δείχνει πλειοψηφία υπέρ του πολέμου στο Ιράν, αντίθετα καταγράφουν ξεκάθαρες πλειοψηφίες εναντίον
του.
Αυτή η έλλειψη υποστήριξης δεν είναι τυχαία. Ο Τραμπ δεν
παρουσίασε ποτέ δημόσια μια πειστική υπόθεση για τον πόλεμο πριν αυτός
ξεκινήσει. Προτίμησε γρήγορα, αιφνιδιαστικά πλήγματα, παρουσιάζοντας τη
στρατιωτική συσσώρευση στον Περσικό Κόλπο ως τακτική υψηλής πίεσης για
διαπραγμάτευση. Ακόμα και η «επιτυχία» του στην απομάκρυνση του Νικολάς
Μαδούρο από τη Βενεζουέλα, που τον ενθάρρυνε, δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής
στους Αμερικανούς. Η αλήθεια είναι ότι οι κυβερνήσεις επενδύουν τεράστιους
πόρους για να δικαιολογήσουν τους πολέμους, κάτι που στην περίπτωση αυτού του
πολέμου δεν συνέβη. Ο εγωκεντρικός αλαζόνας Τραμπ επέδειξε παντελή αδιαφορία
για την κοινή γνώμη, η οποία και τον τιμωρεί πλέον ορατά.
Γιατί οι Αμερικανοί λένε «όχι»
Η αντίσταση της κοινωνίας εδράζεται σε μια βαθιά αντίληψη για
το ποιοι είναι οι Αμερικανοί και τι είδους πόλεμο είναι διατεθειμένοι να
υποστηρίξουν. Οι Αμερικανοί δεν αντέχουν να βλέπουν τους εαυτούς τους ως
επιτιθέμενους. Όπως εξηγεί η πολιτική επιστήμη, το κοινό είναι πολύ
πιο πιθανό να υποστηρίξει πολέμους που στοχεύουν στην επιβολή περιορισμών σε
επιθετικές δυνάμεις, παρά πολέμους που αποσκοπούν στην αλλαγή καθεστώτος.
Κι όμως, η αλλαγή καθεστώτος είναι ο διακηρυγμένος στόχος του
πολέμου στο Ιράν. Ο Τραμπ μιλούσε γι' αυτήν για μήνες και συνεχίζει να μιλά.
Μόνο αφότου οι βόμβες άρχισαν να πέφτουν, η κυβέρνηση επιχείρησε να ισχυριστεί
ότι το Ιράν αποτελούσε «επικείμενη απειλή» για τις ΗΠΑ. Ήταν μια μη πειστική
επιχειρηματολογία, ειδικά από τη στιγμή που ο ίδιος ο Τραμπ επαίρονταν μέχρι
πρόσφατα ότι είχε «εξαλείψει εντελώς» το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν τον
προηγούμενο χρόνο.
Ο υπουργός Εξωτερικών Ρούμπιο, επιστράτευσε ανόητα
επιχειρήματα περί προληπτικής αυτοάμυνας, επειδή το Ισραήλ σχεδίαζε να χτυπήσει
το Ιράν πρώτο. Αυτό, όμως, δεν είχε καλή απήχηση σε μια χώρα όπου η
υποστήριξη προς το Ισραήλ μειώνεται. Μια δημοσκόπηση της Gallup λίγο πριν
τον πόλεμο έδειχνε ότι, για πρώτη φορά τον 21ο αιώνα, περισσότεροι
Αμερικανοί δήλωναν ότι συμπαθούν περισσότερο τους Παλαιστίνιους παρά τους
Ισραηλινούς. Η μεγαλύτερη πτώση στην υποστήριξη προς το Ισραήλ καταγράφηκε
μεταξύ των ανεξάρτητων ψηφοφόρων (είναι αυτοί που κρίνουν τα
αποτελέσματα των εκλογών) , των οποίων οι απόψεις μετατοπίστηκαν σημαντικά κατά
τη διάρκεια του πολέμου στη Γάζα. Η έλλειψη υποστήριξης
αποτυπώνεται και στην αξιολόγηση του ίδιου του προέδρου. Μόλις το 36%
των Αμερικανών εγκρίνει τον χειρισμό του πολέμου από τον Τραμπ, σύμφωνα με
έρευνα του NPR/PBS , ενώ η συνολική του δημοτικότητα παραμένει σε
εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, με το 57% να αποδοκιμάζει την έως τώρα προεδρική του
θητεία
Η παράμετρος του κόστους ζωής
Εκτός από την ιδεολογία, η αμερικανική κοινωνία ενδιαφέρεται
κυρίως «για την τσέπη της-το πορτοφόλι της». Παρατηρεί λοιπόν ότι λόγω του
πολέμου πλήττεται -και αρκετά μάλιστα- οικονομικά. Αυτή είναι μία ακόμα αχίλλειος πτέρνα της
κυβέρνησης Τραμπ με δεδομένο μάλιστα ότι δεν είχε προετοιμάσει κανέναν. Το
Ιράν, με κύριο στόχο την επιβίωση του, γνωρίζει καλά τις πολιτικές και
οικονομικές ευπάθειες των ΗΠΑ και των συμμάχων τους και φαίνεται να τις
στοχοποιεί.
Αυτό που κάποιοι αμερικανοί σχολιαστές των συστημικών ΜΜΕ των
ΗΠΑ-που ελέγχονται από τους Ολιγάρχες -αντιμετώπισαν αρχικά ως διάσπαρτες
επιθέσεις του Ιράν σε υποδομές και πρεσβείες των κρατών του Κόλπου οδήγησε:
·
Στην διακοπή λειτουργίας μονάδων εξόρυξης
πετρελαίου-Φυσικού Αερίου και παραγωγής λιπασμάτων
·
Στο μπλοκάρισμα μεταφοράς του, δηλαδή ακύρωση
λειτουργίας της ναυτιλίας στην επίδικη περιοχή, με δραματικές συνέπειες στις
παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες.
Η διαταραχή στις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου είναι η
μεγαλύτερη στην ιστορία, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, και αυξάνει
το κόστος των πάντων, από τα ταξίδια μέχρι τα τρόφιμα.
Ο Τραμπ αντιμετωπίζει πλέον το ίδιο εσωτερικό πρόβλημα που
αντιμετώπιζε και ο Τζο Μπάιντεν. Δεν έχει σημασία πόσο μιλάς για θετικούς
αριθμούς στο ΑΕΠ ή το χρηματιστήριο. Αν οι πολίτες δυσκολεύονται με το κόστος
ζωής, η άποψή τους τόσο για την οικονομία όσο και για τον πρόεδρο θα είναι ΑΡΝΗΤΙΚΗ.
Οι ανόητες διαβεβαιώσεις του Τραμπ για
την τιμή του πετρελαίου, που τη χαρακτήρισε «πολύ μικρό τίμημα» για την
ασφάλεια, θυμίζουν έντονα τις ανάλογες διαβεβαιώσεις του στην αρχή της
πανδημίας. Σύντομα αναγκάστηκε να διαψεύσει τον εαυτό του, ισχυριζόμενος ότι ο
πόλεμος σχεδόν τελείωσε, σε μια προσπάθεια να ηρεμήσει τις αγορές.
Η αποσάθρωση στη κοινωνική βάση των υποστηρικτών
του Τραμπ
Η πίεση προς τον πρόεδρο συντονισμένα πλέον ασκείται και από
την αντιπολίτευση και από τους
συντηρητικούς (δεξιούς στην ουσία αμερικανούς). Ο πιο δυναμικός επικριτής του πολέμου προέρχεται από την
πολιτική οικογένεια του Τραμπ, από τη δεξιά. Ο γνωστός Τάκερ Κάρλσον,
χαρακτήρισε αμέσως τον πόλεμο ενέργεια «απολύτως αηδιαστική και κακή»,
αποκαλώντας τον ξεκάθαρα ως «πόλεμο του Ισραήλ». Ο Τζο Ρόγκαν, μια
εξαιρετικά επιδραστική περσόνα -που τώρα βρίσκεται μεταξύ των απογοητευμένων της νέας γενιάς που στήριξαν τον Τραμπ το 2024-
δήλωσε ότι αισθάνονται «προδομένοι». Το podcast της Candace Owens με
τίτλο «Ο Ντόναλντ Τραμπ Πρόδωσε την Αμερική»,
συγκέντρωσε εκατομμύρια προβολές, αποδεικνύοντας το βάθος της
απογοήτευσης .
Η βάση των Ρεπουμπλικάνων αλλά και το κίνημα MAGA και λόγω
ιδεοληψίας δεν ήταν ποτέ αρνητική σε «ξένους
πολέμους». Αυτό που μισούσε ήταν να χάνει σε αυτούς τους ξένους πολέμους. Ο
Τραμπ τους υποσχέθηκε γρήγορη νίκη. Αλλά δεν τους προετοίμασε για το κόστος.
Ούτε καν το υπουργικό του συμβούλιο. Ο υπουργός Άμυνας, Πιτ Χέγκσεθ, με
δημοτικότητα μόλις 37%, προσπαθεί να πουλήσει τον πόλεμο . Κομπάζει για τον
θάνατο και την καταστροφή που προκαλούν τα αμερικάνικα όπλα. Απορρίπτει, αυτός
ο μικρομέγαλος «στρατιωτικός νους» τους
κανόνες εμπλοκής ως «ηλίθιους», ακόμα κι όταν οι έρευνες δείχνουν ότι ο
αμερικανικός στρατός βομβάρδισε σχολείο σκοτώνοντας πάνω από εκατό
εβδομήντα πέντε (175) παιδιά.
Η οικονομική ζημιά, ωστόσο, μπορεί να αποδειχθεί πιο μόνιμη.
Οι διαδοχικές κρίσεις , οι δασμοί, η μεταναστευτική πολιτική και τώρα ο πόλεμος,
λειτουργούν ως αλυσίδα αρνητικών παραγόντων που πλήττουν την επιχειρηματική εμπιστοσύνη,
αναγκάζοντας νοικοκυριά και επιχειρήσεις να ξοδεύουν και να επενδύουν λιγότερο.
Μια κοινωνία διχασμένη και μια κυβέρνηση
απομονωμένη
Ενώ λίγοι Ρεπουμπλικάνοι στο Κογκρέσο τολμούν να ταχθούν
ανοιχτά κατά του Τραμπ, πολλοί προσεύχονται σιωπηλά να βρει μια δικαιολογία να
τελειώσει τον πόλεμο το συντομότερο δυνατό, με το βλέμμα στις ενδιάμεσες
εκλογές. Η αμερικανική κοινωνία είναι και
διχασμένη και μια κοινωνία όπου η
πλειοψηφία, για πολλούς και διαφορετικούς λόγους -οικονομικούς, ηθικούς,
πολιτικούς-, έχει στραφεί εναντίον μιας πολεμικής περιπέτειας που ξεκίνησε
χωρίς την εντολή της και συνεχίζεται παρά τη θέλησή της. Ένας πόλεμος του οποίου
η δικαιολόγηση μοιάζει όλο και πιο προσχηματική, όλο και πιο ξένη προς τα
συμφέροντα και τις αξίες που οι ίδιοι οι Αμερικανοί αναγνωρίζουν ως δικές τους. Το
ερώτημα δεν είναι πλέον αν ο πόλεμος είναι δημοφιλής, αλλά πόσο βαθύ θα είναι
το πολιτικό κόστος για όσους τον επέλεξαν, δηλαδή τον Τραμπ.
Ο Δημήτρης
Σκουτέρης είναι πολιτικός αναλυτής, skouterisd@gmail.com,
https://www.facebook.com/dimitris.skouteris.94, @dim1956.bsky.social,
@skouterisd.
Συγγραφέας
του βιβλίου: Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν Γνώσης (ΑΕΠΓ-GDPK ). Η
Επίδραση του στη Μείωση του Δημόσιου Χρέους. Η συμβολή του στην Οικονομική
Ανάπτυξη

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου