Η σκόπιμη σύγχυση Δικαιοσύνης- Συστήματος Απονομής Δικαιοσύνης- και Δικαστικής Εξουσίας
Γράφει ο
Δημήτρης Σκουτέρης
Το παρόν
δοκίμιο πραγματεύεται την εννοιολογική σύγχυση μεταξύ
της
Δικαιοσύνης ως Αξίας,
του
Συστήματος Απονομής Δικαιοσύνης ως θεσμικού πλαισίου και
της
Δικαστικής Εξουσίας
ως συνταγματικού λειτουργήματος.
Υποστηρίζεται
ότι η σκόπιμη ταύτιση των διακριτών αυτών επιπέδων —τόσο από την πλευρά της
εκτελεστικής εξουσίας όσο και από πλειάδα πολιτικών φορέων-, δεν υποκρύπτει γνωσιακό σφάλμα αλλά στρατηγική απονομιμοποίησης
ή ιδιοποίησης της Δικαιοσύνης. Η περίπτωση νεοπαγών ή και παλαιότερων κομμάτων
αναδεικνύει πώς ένα αξιόμαχο,
συναισθηματικά φορτισμένο αίτημα «αλήθειας» μπορεί να οδηγήσει σε de facto
κατάλυση της δικονομικής νομιμότητας, όταν η Δικαιοσύνη ταυτίζεται αποκλειστικά
με απόλυτο ηθικό ιδεώδες, που δήθεν εκφράζεται μόνο από το οποιοδήποτε κόμμα και
όχι από το σύνολο των κοινωνικών θεσμών κατά την διαδικασία λειτουργίας τους.
1. Η
αναγκαία διάκριση
Κατά τη
νομική και πολιτική θεωρία ( Kelsen, Fuller, Bobbio), η Δικαιοσύνη αποτελεί
ρυθμιστική ιδέα — μία ανοιχτή, αδιαμφισβήτητη Αξία (ισότητα, αναλογικότητα,
απονομή του οφειλόμενου). Το Σύστημα Απονομής
Δικαιοσύνης περιλαμβάνει το σύνολο των μηχανισμών (Δικαστήρια εισαγγελία,
Νομικοί παραστάτες, σωφρονιστικά καταστήματα, διοικητικές αρχές) που
μετατρέπουν την αξία σε διαδικασία. Η Δικαστική Εξουσία είναι ένα
υποσύνολο αυτού του συστήματος, που ασκείται από ανεξάρτητους δικαστές
δεσμευμένους από τον νόμο και τη νομολογία και το Σύνταγμα.
Η σύγχυση
των τριών επιπέδων δεν είναι αθώα. Όταν λέμε «η Δικαιοσύνη απέτυχε» εννοώντας
«ένας δικαστής εξέδωσε απόφαση που δεν με ικανοποιεί», μεταθέτουμε την
αξιολόγηση από το συγκεκριμένο, ανθρώπινα πεπλανημένο πόρισμα στην ίδια την
ηθική βάση του πολιτεύματος.
2. Δύο
μορφές σκόπιμης ταύτισης
α) Η
εκτελεστική ταύτιση (συντηρητικός λαϊκισμός): Η κυβέρνηση και οι ιδεολογικοί σύμμαχοί της
συχνά ταυτίζουν το υφιστάμενο σύστημα απονομής με την ίδια τη Δικαιοσύνη,
προκειμένου να απαξιώσουν κάθε κριτική: «Η απόφαση ελήφθη από ανεξάρτητο
δικαστή, άρα είναι δίκαιη». Έτσι, η διαδικαστική νομιμότητα μετατρέπεται σε
ηθική πανάκεια και κάθε αμφισβήτηση χαρακτηρίζεται ως επίθεση κατά της
Δικαιοσύνης ως αξίας.
β) Η
αντισυστημική ταύτιση Δικαιοσύνης και Δικαστικής Εξουσίας (ακραίος ή και
φιλελεύθερος λαϊκισμός ): Η αντισυστημική ταύτιση –που απαντάται τόσο σε χώρους κοινωνικά ριζοσπαστικοποιημένους, όσο και σε κινήματα
φιλελεύθερου ή απλώς λαϊκίστικού αντισυστημισμού– λειτουργεί με έναν κατ’ αρχήν
αντίστροφο μηχανισμό από τον παρόντα διαρκώς κυβερνητικό συντηρητικό
λαϊκισμό. Η συγκεκριμένη εκτελεστική εξουσία ταυτίζει την υπάρχουσα
δικαιοδοτική πράξη με την ίδια τη Δικαιοσύνη, ενώ η αντισυστημική ταύτιση αντιπαραθέτει την Δικαιοσύνη-ως απόλυτο ηθικό
ιδεώδες- στην εκάστοτε συγκεκριμένη δικαστική εξουσία. Το σχήμα είναι απλό
και ισχυρό συναισθηματικά:
I.
Αποφατική προϋπόθεση: Η δικαστική εξουσία (οι δικαστές, τα δικαστήρια, η εισαγγελία)
είναι συστημικά διεφθαρμένη, πολιτικά ελεγχόμενη, δομικά ανίκανη ή σκόπιμα «συγκαλύπτουν»
.
II.
Αξιωματική θέση: Η αληθινή Δικαιοσύνη δεν έχει καμία σχέση με αυτό το σύστημα –
είναι μία ανώτερη, ηθική, ουσιαστική αξία που ταυτίζεται με το «δίκαιο του
πράγματος», την αλήθεια των θυμάτων, την «ιστορική» ή «κοινωνική» δικαίωση.
III.
Συμπέρασμα-πράξη: Το πολιτικό ή τα πολιτικά κόμματα ή το πρόσωπο που εκφράζει το αίτημα αυτής της
Δικαιοσύνης αυτοανακηρύσσεται ως ο μοναδικός γνήσιος φορέας της. Συνεπώς, δεν
οφείλει καμία νομιμοφροσύνη στις δικαστικές αποφάσεις, ούτε δεσμεύεται από τη
δικονομική νομιμότητα. Αντίθετα, η άρνηση αναγνώρισης της δίκης καθίσταται
ηθικό καθήκον.
Αυτό το
μοτίβο της «άρνησης νομιμότητας» των δικών από κόμματα που διεκδικούν να
εκφράζουν την αληθινή δικαιοσύνη έχει εμφανιστεί σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες –
από την Ιταλία (κινήματα κατά της «διεφθαρμένης δικαιοσύνης» της δεκαετίας του
’90) έως την Ουγγαρία και την Πολωνία, όπου η αντιπολίτευση κατηγορεί τα δικαστήρια
ότι λειτουργούν ως «πολιτικές επιτροπές». Προφανώς βρισκόμαστε μπροστά στο
φαινόμενο εισαγωγής ενός πρότυπου νέου λαϊκισμού.
Η απάντηση
και αντιμετώπιση αυτού του είδους του Λαϊκισμού απαιτεί αφενός ψύχραιμη
εννοιολογική αντίκρουση και αφετέρου επιστημονική προσέγγιση.
3. Γιατί
η σύγχυση είναι επικίνδυνη
Επιπλέον αν
γίνει δεκτή η ταύτιση (υπ' αριθμόν β), τότε οποιοδήποτε δικαστήριο, οποιαδήποτε
δίκη, οποιοσδήποτε νόμος μπορεί να κριθεί εκ των προτέρων άδικος για λόγους
πολιτικής σκοπιμότητας. Καταλύεται η αρχή audi alteram partem(«(άκουσε
και την άλλη πλευρά»), η τεκμηρίωση και η δέσμευση στον νόμο. Αντί για ένα
σύστημα όπου οι πολίτες αγωνίζονται εντός των υφισταμένων διαδικασιών (ένδικα
μέσα, αναθεώρηση, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων), παράγεται ένας
ηθικιστικός αυτοματισμός: «Εγώ, το κόμμα, ταυτίζομαι με την αληθινή Δικαιοσύνη,
άρα όποιος με αμφισβητεί ή μου ασκεί κριτική δεν είναι δίκαιος».
Αυτό οδηγεί
σε δύο αδιέξοδα: είτε σε αυτοδικία (όχι απαραίτητα βίαιη, αλλά θεσμική –
δημιουργία παράλληλων «λαϊκών δικαστηρίων» της κοινής γνώμης είτε και
τηλεοπτικών σταθμών), είτε στην πλήρη απαξίωση κάθε δυνατότητας συμβιβασμού και
αντιπροσώπευσης.
4. Η
Δικαιοσύνη ανήκει στην Κοινωνία και όχι σε πρόσωπα.
Η διάκριση
που σχετίζεται με τον πυρήνας του κράτους δικαίου. Οφείλουμε να δεχόμαστε ότι:
Η διάκριση
που προτείναμε αρχικά (Δικαιοσύνη ως αξία – Σύστημα Απονομής – Δικαστική
Εξουσία) δεν αποκλείει την οξεία κριτική στους δικαστές ή στο σύστημα.
Αντίθετα, την καθιστά εφικτή: μπορεί κανείς να υποστηρίζει ότι η δικαστική
εξουσία απέτυχε παταγωδώς στην τάδε υπόθεση. Μπορεί να ζητήσει την
αντικατάσταση δικαστών, αναθεώρηση νόμων, προσφυγή σε ευρωπαϊκά δικαστήρια,
ακόμη και πολιτική απονομιμοποίηση της κυβέρνησης – αλλά όχι την ακύρωση του
ίδιου του δικαιοδοτικού λειτουργήματος. Οι στρατηγικές ιδιοποίησης της
ηθικής αξίας της δικαιοσύνης, τόσο από την Κυβέρνηση όσο και από ορισμένα κόμματα υπονομεύουν
εξ ίσου το κράτος δικαίου.
Σε μία
δημοκρατία, η Δικαιοσύνη δεν ανήκει ούτε στην κυβέρνηση, ούτε σε κανένα κόμμα,
ούτε σε κάποιο πρόσωπο. Είναι μία διαρκής διεκδίκηση, την οποία υπηρετούν
–πάντα ατελώς– οι θεσμοί.
Όσο οδυνηρές
κι αν είναι οι αδικίες που βιώνουν πολίτες ή ομάδες, η διεκδίκηση του δικαίου
εντός των θεσμών —ακόμα και με την ταυτόχρονη ριζική κριτική τους— είναι η μόνη
οδός που δεν οδηγεί σε διάρρηξη του κοινωνικού ιστού. Η εναλλακτική, δηλαδή η
άρνηση της νομιμότητας κάθε απόφασης που αποκλίνει από το ηθικό αίτημα ενός
κινήματος, δεν φέρνει δικαιοσύνη: φέρνει ανομία, και στην ανομία η κοινωνική
συνοχή δεν καταλύεται απλώς — αντικαθίσταται από τον νόμο του ισχυρότερου . Για
τον λόγο αυτόν, η προστασία της διάκρισης μεταξύ Δικαιοσύνης και Δικαστικής
Εξουσίας δεν είναι υπόθεση δικαστών ή νομικών· είναι υπόθεση κάθε πολίτη που
επιθυμεί να ζει σε μια κοινωνία όπου οι διαφορές λύνονται με επιχειρήματα και
κανόνες
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου