Πολιτική εις το τετράγωνο. Που οδηγούμεθα;
Του Δημήτρη Σκουτέρη
Το 2018, αξιοποίησα τις σκέψεις του μεγάλου Ουμπέρτο Έκο και , περιέγραψα το
φαινόμενο του ποδοσφαίρου-θεάματος. Το ονόμασα «ποδόσφαιρο στο τετράγωνο»: μια
βαλβίδα ασφαλείας όπου ο πολίτης-θεατής εκτονώνεται φωνάζοντας, αλλά δεν παίζει
ποτέ (https://slpress.gr/koinonia/to-podosfairo-sto-tetragwno/)
. Σήμερα, οκτώ χρόνια μετά, η Ελλάδα εισέρχεται σε προεκλογική περίοδο με ένα
πολιτικό σκηνικό που μοιάζει με εκείνο το γήπεδο.
Κατά την προσωπική μου προσέγγιση δεν αρκεί να περιγράψουμε τα
φαινόμενα. Οφείλουμε-αν θέλουμε να είμαστε και συνεπείς και εύστοχοι στην
όποια ανάλυσή μας- να αναζητήσουμε την υλική βάση που τα παράγει. Και στην
υλική βάση σήμερα παρατηρούμε την ριζική ρήξη μεταξύ των Νέων Ποιοτικά παραγωγικών
δυνάμεων του 21ου αιώνα (ενδεικτικά τεχνητή νοημοσύνη, κβαντική τεχνολογία,
ρομποτική) και των αντίστοιχων παλαιών παραγωγικών δυνάμεων (αυτών της Βιομηχανικής
κοινωνίας) . Η πλειοψηφία των πολιτικών μας αρκείται σε ρόλους προπονητή, ενώ αναθέτει στην κοινωνία το ρόλο
του οπαδού-Θεατή και όχι του συμμέτοχου, του συν διαμορφωτή της νέας Κοινωνίας,
του Νέου Παραγωγικού μοντέλου .
Η «Πολιτική εις το τετράγωνο» είναι η απόλυτη φενάκη της
δημοκρατίας. Και σε αυτή τη φενάκη, «πρόεδροι-αστέρες»(μετά των χορηγών τους)
διεκδικούν την πρωτιά στο ταμπλό.
Οι παίκτες, η Θέση, η Αντίθεση, και η διαλεκτική
Κ. Μητσοτάκης – Ο
διαχειριστής (Η θέση)
Κυκλοφορεί με τον
μανδύα του δήθεν ουδέτερου τεχνοκράτη. Για εκείνον, η πολιτική είναι η
διαχείριση συγκεκριμένων ολιγαρχικών συμφερόντων . Κραυγάζει για «σταθερότητα»
και «έργο», όπως ένας προπονητής μιλά για στατιστικά κατοχής μπάλας. Η κριτική
του στους αντιπάλους ως δήθεν «πολιτική Βαβέλ» αποκαλύπτει την αντίληψή του: η
πολυφωνία-ο πλουραλισμός είναι θόρυβος, η δημοκρατία είναι εμπόδιο στην
αποτελεσματικότητα.
Ο Μητσοτάκης εκφράζει την πάγια θέση των συστημικών/ολιγαρχικών/ελιτίστικων/ολιγοπωλιακών
και όχι των κοινωνικών συμφερόντων.
Δεν απειλεί την τάξη πραγμάτων , επαίρεται ότι την οργανώνει καλύτερα
(τουτέστιν επιτελικός και άριστος διαχειριστής).
Αντώνης Σαμαράς – Ο πατριώτης της ρήξης (Η πρώτη
άρνηση της θέσης)
Ο πρώην πρωθυπουργός, με την αιχμηρή του φράση κατά του
Μητσοτάκη «Δεν είστε ηγεμόνας, είστε πρωθυπουργός», επιχειρεί μια επιστροφή
στην πολιτική ως πεδίο άσκησης εθνικής κυριαρχίας. Θυμίζει την περιγραφή του Έκο:
όταν ο θεατής θυμώνει που η ομάδα του δεν παίζει σωστά, θέλει να γίνει ο ίδιος προπονητής.
Ο Σαμαράς αυτοπροβάλλεται ως ο «γνήσιος» πατριώτης απέναντι στην «ηγεμονική» και
ελιτίστικη διαχείριση του Μητσοτάκη.
Διαλεκτικά, η στάση του αποτελεί την πρώτη άρνηση της θέσης. Μένει όμως-προς το παρόν- εγκλωβισμένος στο
ίδιο γήπεδο.
Αλέξης Τσίπρας – Η υπόσχεση της ριζικής αλλαγής (Η
δεύτερη άρνηση, που θέλει να γίνει υπέρβαση).
Εδώ χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή δεδομένου ότι χρονικά είναι
κοντά η άσκηση του κυβερνητικού του έργου.
Ο Αλέξης Τσίπρας, με το νέο του κόμμα «ΕΛΑΣ» (Ελληνική
Αριστερή Συμπαράταξη), επιχειρεί μια στρατηγική επιστροφή. Δεν είναι απλώς ένας
πρώην πρωθυπουργός που επανέρχεται στην ενεργό πολιτική-όπως άλλωστε και ο
Σαμαράς. Η φράση του –«δεν πάμε μόνο για πολιτική αλλαγή, πάμε για αλλαγή
πολιτικής»– είναι βαθιά διαλεκτική. Αναγνωρίζει ότι το παιχνίδι που είναι
στημένο πρέπει να αλλάξει.
Αντικειμενική αποτίμηση: Ο Τσίπρας υπήρξε το 2015 ο πολιτικός
που προσπάθησε να σπάσει το καλούπι της μνημονιακής διαχείρισης. Υπέκυψε, όπως
υπέκυψε κάθε ηγέτης μικρής χώρας απέναντι στους υπερεθνικούς μηχανισμούς (ΕΕ,
ΔΝΤ, παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα). Αυτό δεν σχετίζεται με όρια προσωπικών αντοχών με αναφορές σε ήθος ή σε δειλία. Θα είμαι κυνικός: Αυτός
είναι υλικός καταναγκασμός. Η Διαλεκτική διδάσκει ότι η συνείδηση δεν
καθορίζει τη ζωή, αλλά η ζωή καθορίζει τη συνείδηση.
Σήμερα, ο Τσίπρας επιστρέφει με ένα πρόγραμμα (7 δεσμεύσεις:
αξιοπρέπεια, διαφάνεια, δίκαιη ανάπτυξη, κοινωνικό κράτος, κοινά αγαθά,
ανθρώπινα δικαιώματα, πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, βάρος στην καινοτομία
και τις νέες παραγωγικές δυνάμεις) που στα λόγια συγκρούεται με την «πολιτική
εις το τετράγωνο». Το πρόβλημα δεν είναι η αγνότητα των προθέσεών του. Το
πρόβλημα είναι ότι το γήπεδο στο οποίο καλείται να παίξει δεν έχει αλλάξει.
Το Reuters, το Bloomberg, το Politico τον παρουσιάζουν ως
«leftist firebrand» που μπορεί να αναδιατάξει την αντιπολίτευση. Ο διεθνής
Τύπος τον σέβεται – γιατί τον υπολογίζει ως αξιόπιστη δύναμη εν δυνάμει αλλαγής.
Συμπέρασμα για Τσίπρα: Τον υποτιμούν-και κακό της κεφαλής τους
-όσοι τον αποκαλούν «δημαγωγό». Είναι ένας και διεθνώς αναγνωρισμένος ηγέτης
που συγκρούεται με τα υλικά όρια του συστήματος. Το αν θα τα υπερβεί –ή θα
συνθλιβεί- είναι το μεγάλο διαλεκτικό
στοίχημα των προσεχών εκλογών. Προφανώς το ζήτημα δεν αφορά μόνο τον ίδιο, αλλά
την ελληνική κοινωνία και την στάση της: Θεατής ή συμμέτοχος και συν
διαμορφωτής;
Μαρία Καρυστιανού – Η μικροαστική ουτοπία (Η
άρνηση που αγνοεί την υλική βάση)
Για την κα Καρυστιανού, έχω ήδη τοποθετηθεί αναλυτικά (https://skouterisd.blogspot.com/2026/05/blog-post_21.html)
. Το Ανεξάρτητο Κίνημα Πολιτών (ΑΚΠ) συγκινεί ως κραυγή πόνου για τα Τέμπη,
αλλά είναι «αβάσταχτα ελαφρύ» ως πολιτική πρόταση, μέχρι τούδε . Υπενθυμίζω τα
βασικά σημεία της κριτικής μου :
Αναχρονισμός: Αγνοεί τις νέες παραγωγικές δυνάμεις (AI,
κβαντική τεχνολογία, ρομποτική).
Γεωπολιτικός επαρχιωτισμός: Δεν αναφέρει καν την τουρκική
κατοχή στην Κύπρο, το casus belli, τη Γάζα, την Ουκρανία. Κρύβεται πίσω από
«ξένους εταίρους» χωρίς να τολμά να αναφερθεί σε ΕΕ και ΝΑΤΟ.
Ιδεοληψία: Ανάγει την «πολιτική αρετή» και την «αγάπη» σε
κινητήρια δύναμη της Ιστορίας. Ο Διαλεκτικός Υλισμός αποδεικνύει ότι η Ιστορία
κινείται από αντιθέσεις συμφερόντων, όχι από ηθικές προτροπές. Η κα Καρυστιανού εκφράζει μια κοινωνική
αγανάκτηση. Αλλά η αγανάκτηση, χωρίς υλιστική ανάλυση, γεννάει μικροαστικές
ουτοπίες – όχι επανάσταση, όχι συνθήκες αλλαγής.
Η διαλεκτική προσέγγιση του Ανδρέα Παπανδρέου και η
πολιτική υποθήκη του
Αν υπάρχει μια πολιτική προσωπικότητα που κατανοούσε βαθιά την
«πολιτική εις το τετράγωνο» και προσπάθησε να την αποδομήσει αυτή ήταν ο
Ανδρέας Παπανδρέου. Η αντίθεσή του ήταν ριζική και ποιοτική, όχι
ποσοτική. Και για να την κατανοήσουμε, πρέπει να επιστρέψουμε στον Έκο και στη
διαλεκτική του «είναι» και «φαίνεσθαι».
1. Ο Παπανδρέου δεν άφησε τον πολίτη
απλό θεατή – τον μετέτρεψε σε συμμέτοχο
Θυμηθείτε το μοντέλο του Έκο για το «σπορ στο
τετράγωνο»:
- Επίπεδο
1: Το παιχνίδι (η άθληση, η πράξη).
- Επίπεδο
2: Το θέαμα (βλέπω άλλους να παίζουν).
- Επίπεδο
3: Η συζήτηση για το θέαμα (αθλητικός Τύπος, εκπομπές).
- Επίπεδο
4: Η συζήτηση για τη συζήτηση (τα social media σήμερα, οι τηλεοπτικοί
πάνελ τότε).
Ο μέσος πολιτικός σήμερα (Μητσοτάκης, Ανδρουλάκης,
Καρυστιανού, Κωνσταντοπούλου, Κουτσούμπας) κινείται στα επίπεδα 2, 3 και 4.
Προσφέρουν θέαμα, σχολιάζουν το θέαμα, σχολιάζουν τα σχόλια. Ο
πολίτης δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα παρά να παρακολουθεί, να
φωνάζει, να ποστάρει.
Ο Παπανδρέου έκανε το ακριβώς αντίθετο. Δεν
άφηνε τον πολίτη στην τηλεόραση. Τον κατέβαζε στην πλατεία. Το σύνθημά του δεν
ήταν «δείτε με να κυβερνώ» αλλά «ελάτε να κυβερνήσουμε μαζί».
Παραδείγματα:
- Οι
τεράστιες συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα (π.χ. 1981, 1985) δεν ήταν τηλεοπτικά
γεγονότα. Ήταν μαζικές τελετές συμμετοχής. Ο κόσμος δεν
παρακολουθούσε – συμμετείχε.
- Η
«λαϊκή κυριαρχία» για τον Παπανδρέου δεν ήταν αφηρημένη έννοια. Ήταν η
απαίτηση ο λαός να αποφασίζει για την τύχη του, όχι απλώς να
επικυρώνει με την ψήφο του όσα αποφάσιζαν άλλοι (Βρυξέλλες, ΔΝΤ,
τραπεζίτες).
Υπό το πρίσμα του Διαλεκτικού Υλισμού, ο Παπανδρέου κατανοούσε
ότι η συνείδηση διαμορφώνεται μέσα από την πράξη. Δεν αρκεί να πεις στον
εργάτη ή στον αγρότη «είσαι εκμεταλλευόμενος» – πρέπει να τον οργανώσεις σε
συνδικάτο, σε συνέλευση, σε κίνημα. Ο Παπανδρέου το έκανε σε τεράστια κλίμακα.
2. Ο Παπανδρέου αποδόμησε τη
«φενάκη» της διαμεσολαβημένης πληροφορίας
Θυμηθείτε τι έλεγε ο Έκο: όταν ο θεατής είναι καθισμένος
μπροστά στην τηλεόραση, η κατάστασή του γίνεται ασαφής. Αξιολογεί και κρίνει
από απόσταση, χωρίς συμμετοχή. Ο αθλητικός Τύπος τον «αναγάγει σε αξιόπιστο
συμμέτοχο» – δηλαδή του δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι κάνει κάτι, ενώ απλώς
καταναλώνει.
Ο Παπανδρέου πολέμησε αυτή τη φενάκη με τρία όπλα:
α) Η απευθείας σύνδεση με το πλήθος. Δεν μιλούσε μέσω ΜΜΕ
(τα οποία τον πολεμούσαν). Μιλούσε-συνδιαλεγόταν απευθείας στις συγκεντρώσεις. Ο λόγος του
ήταν επίκαιρος, ζωντανός, αδιαμεσολάβητος. Ο πολίτης δεν διάβαζε για τον
Παπανδρέου – τον άκουγε, τον ζητωκραύγαζε, του απαντούσε, του ζητούσε.
β) Η επίθεση κατά των «συστημικών» ΜΜΕ. Τα ονόμαζε
«παραπληροφόρηση», «εκβιαστές», «συμφεροντολόγους». Είχε απόλυτη συνείδηση
ότι η ενημέρωση είναι πεδίο μάχης. Σήμερα, η Καρυστιανού για παράδειγμα δεν
επιτίθεται στο σύστημα παραγωγής της πληροφορίας, επιτίθεται σε πρόσωπα.
γ) Η δημιουργία ενός «αντι-δημόσιου λόγου». Το ΠΑΣΟΚ του
Παπανδρέου είχε τον δικό του Τύπο, τις δικές του εκδόσεις, τα δικά του
συνθήματα. Δεν ζητούσε την επιείκεια των αυτόκλητων «εταίρων».
Δημιουργούσε παράλληλη αφήγηση.
3. Ο Παπανδρέου μετέτρεψε την
πολιτική από ελιτίστικη διαπραγμάτευση σε εθνική υπόθεση
Ένα από τα σημεία-κλειδιά στο κείμενο του Έκο είναι ότι ο
οπαδός «μετατρέπεται σε πειθήνιο όργανο της εξουσίας» γιατί η δράση του δεν
μπορεί να επηρεάσει τα κέντρα λήψης αποφάσεων. Ο οπαδός φωνάζει, αλλά οι
πρόεδροι των συλλόγων και οι χορηγοί αποφασίζουν.
Ο Παπανδρέου ανέτρεψε αυτή τη σχέση. Ο λαός
που ζητωκραύγαζε «Αλλαγή» δεν ήταν ένας παθητικός οπαδός. Ήταν
μια πολιτική δύναμη που τρομοκρατούσε τις ελίτ (εγχώριες και
διεθνείς).
Αποδείξεις:
- Το
1981, η εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ ήταν η γεωοικονομική ανατροπή. Οι
ευρωπαίοι ηγέτες (Σμιτ, Μιτεράν, Θάτσερ) κοίταζαν με καχυποψία αυτόν τον
«αριστερό λαϊκιστή» (όπως χυδαία τον αποκαλούσαν) που μιλούσε για
αποδέσμευση από το ΝΑΤΟ.
- Το
1985, η δεύτερη νίκη ήρθε παρά την επίθεση των ΜΜΕ και των εγχώριων
συμφερόντων. Ο Παπανδρέου είχε πλέον ένα κινηματικό κοινωνικό μηχανισμό
, όχι ένα κομματικό θέαμα.
Κατά τον Διαλεκτικό Υλισμό, αυτό είναι κρίσιμο: η
υποκειμενική βούληση (θέληση του λαού) μετατράπηκε σε αντικειμενική δύναμη
(αλλαγή συσχετισμών). Ο Παπανδρέου δεν υποσχόταν απλώς.
Εκτελούσε. Και όταν το σύστημα τον πίεζε (π.χ. μνημόνιο του 1985, πτώχευση
του 1987), έβρισκε τρόπους να «επικοινωνεί» απευθείας με τη βάση, αποδομώντας
τα αφηγήματα των ελίτ. Αξιολογείστε παρακαλώ πως μια σχέση άμεσης και
αδιαμεσολάβητης συμμετοχής ιρανικής της κοινωνίας με την πολιτική της ηγεσία στην
προάσπιση της χώρας τους , ταπείνωσε πρόσφατα την ισχυρότατη πολεμική μηχανή
ΗΠΑ και Ισραήλ
4. Τι θα έκανε σήμερα ο Παπανδρέου;
Δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε με βεβαιότητα. Αλλά αν
εφαρμόσουμε τη διαλεκτική πιθανόν να
έβλεπε μπροστά:
- Θα
είχε καταλάβει ότι η τεχνητή νοημοσύνη και η ψηφιακή εποχή είναι το νέο
πεδίο μάχης. Δεν θα άφηνε τα social media στους
επικοινωνιολόγους. Θα τα χρησιμοποιούσε για να οργανώνει
μαζικές κινητοποιήσεις, όχι απλώς για να «επεξεργάζεται εικόνα».
- Θα
είχε επιτεθεί στο ΔΝΤ ,την ΕΕ, το διεθνές χρηματοπιστωτικό κατεστημένο – με
επιχειρήματα, όχι με συνθήματα. Θα ζητούσε «λαϊκό έλεγχο» στους
υπερεθνικούς οργανισμούς.
- Θα καλούσε
τον κόσμο σε κινητοποιήσεις , καταλήψεις, συνελεύσεις, όπως έκανε το 1987
με το μνημόνιο.
- Θα
έπαιρνε πρωτοβουλίες Ειρήνης και πυρηνικού αφοπλισμού
Με άλλα λόγια, συμβολικά θα αποδομούσε την ψευδαίσθηση ότι η
πολιτική γίνεται από απόσταση. Θα επέστρεφε στη γειτονιά, στο εργοστάσιο, στο
χωράφι, στο φτωχοποιημένο, στον νεολαίο, στον επιστήμονα.
Ο Παπανδρέου απέδειξε ότι η πολιτική
εις το τετράγωνο δεν είναι θέληση της κακιάς μας μοίρας. Είναι επιλογή. Είναι
επιλογή των οικονομικών συμφερόντων που φτωχοποιούν την χώρα, που απομυζούν την
υπεραξία μας, που επιβάλλουν συνθήκες άνισης ανταλλαγής…. Και όμως Μπορείς
να βγεις από αυτό το γήπεδο. Μπορείς να σταματήσεις να φωνάζεις και να αρχίσεις
να παίζεις. Να γίνεις από υπήκοος ΠΟΛΙΤΗΣ.
Το ερώτημα για τις επόμενες εκλογές δεν είναι
«ποιος θα κερδίσει». Είναι : «εμείς, ο λαός, θα ξαναγίνουμε παίκτες ή θα
παραμείνουμε οπαδοί;»
Αυτή είναι η διαλεκτική κληρονομιά του Ανδρέα
Παπανδρέου. Και είναι βαριά.
Βέβαια ο Λαός για να σηκωθεί από τον καναπέ και να ξαναγίνει
παίκτης απαιτεί και ξεκάθαρες Θέσεις-Δεσμεύσεις-Αρχές .
Θεωρώ ότι οι θέσεις του είναι σήμερα πιο επίκαιρες από ποτέ:
«Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες»
«Δεν διεκδικούμε τίποτα, δεν παραχωρούμε τίποτα» – Η εθνική
αξιοπρέπεια ως γεωπολιτικό όπλο.
«Ή το έθνος θα εξαφανίσει το χρέος ή το χρέος θα εξαφανίσει το
έθνος» – Η υλιστική αναγνώριση ότι η οικονομία είναι πεδίο εθνικής επιβίωσης.
Έλεγε για το ΔΝΤ (1985): Προειδοποιούσε ότι η εμπλοκή ξένων
χρηματοδοτικών οργανισμών οδηγεί σε περιορισμό της εθνικής ανεξαρτησίας.
Για την Ευρώπη (1995): Μετά τη Σύνοδο των Καννών, δήλωσε ότι
ένιωσε «ξένος» απέναντι σε ένα διευθυντήριο που έκανε «μαθήματα» στην Ελλάδα[DS1] .
Η επιστροφή στον Έκο και η έξοδος από το τετράγωνο
Ο Ουμπέρτο Έκο μας προειδοποίησε: το σπορ στο τετράγωνο είναι
φενάκη υγείας. Η πολιτική στο τετράγωνο είναι φενάκη δημοκρατίας.
Η έξοδος δεν θα έρθει από μια «πολιτική αρετή» ούτε από μια
«ηθική κάθαρση». Θα έρθει μόνο όταν ο ελληνικός λαός πάψει να είναι θεατής και
γίνει ξανά παίκτης. Όταν η συζήτηση για την πολιτική αντικατασταθεί από την
άσκηση της πολιτικής – στα σωματεία, στις γειτονιές, στις συνελεύσεις, στην
παραγωγή.
Μέχρι τότε, θα φωνάζουμε από τις κερκίδες, θα δερνόμαστε στα
social media, και οι ιδιοκτήτες των γηπέδων θα χαμογελούν.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου το είχε πει: «Η πολιτική είναι η τέχνη
του εφικτού». Αλλά το εφικτό δεν είναι η διαχείριση της μίζερης
πραγματικότητας. Είναι η διαλεκτική υπέρβασή της.
Ας το θυμηθούμε. Πριν να είναι αργά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου